Glossary

ΓΛΩΣΣΆΡΙΟ



ΑΘΈΜΙΤΗ ΧΡΉΣΗ ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΏΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΏΝ:

Όταν κάποιος κατέχει οικονομικά ευαίσθητες πληροφορίες που δεν είναι γενικά διαθέσιμες στην αγορά, το εν λόγω άτομο δεν επιτρέπεται να προβεί σε συναλλαγές οικονομικών προϊόντων οι οποίες θα μπορούσαν να επηρεαστούν από τις πληροφορίες αυτές (ούτε επιτρέπεται να ενθαρρύνει κάποιον άλλο να προβεί σε συναλλαγές αυτού του είδους).



ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΉ ΒΟΉΘΕΙΑ:

Yλική ή υλικοτεχνική και λειτουργική βοήθεια που παρέχεται για ανθρωπιστικούς σκοπούς με στόχο την αντιμετώπιση ανθρωπιστικών κρίσεων. Ο κύριος σκοπός της ανθρωπιστικής βοήθειας είναι να σώζονται ζωές, να καταπραΰνεται ο πόνος και να διατηρείται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια.



ΑΣΘΕΝΕΊΣ:

Οι τελικοί παραλήπτες της γκάμας των προϊόντων που παράγει η CSL.



ΔΌΤΕΣ ΠΛΆΣΜΑΤΟΣ:

Μέλη του κοινού που δωρίζουν στον Όμιλο CSL το πλάσμα τους, το οποίο εν συνεχεία χρησιμοποιείται για παραγωγή προϊόντων που σώζουν ανθρώπινες ζωές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι δωρητές πλάσματος λαμβάνουν αμοιβή ως αποζημίωση για το χρόνο που χρειάζονται για να κάνουν τη δωρεά.



ΔΏΡΑ:

Οτιδήποτε έχει κάποια αξία, όπου περιλαμβάνονται τα ποσά σε μετρητά ή ισοδύναμα ποσά άλλου τύπου, αγαθά ή υπηρεσίες, που παρέχονται σε κάποιον άλλο χωρίς (πλήρες) τίμημα ως αντάλλαγμα.



ΔΩΡΟΔΟΚΊΑ:

Προσφορά είδους προσωπικής αξίας σε κάποιον υπεύθυνο λήψης αποφάσεων προκειμένου να εξασφαλιστεί η ευνοϊκή του αντιμετώπιση, συνήθως για τη διασφάλιση ή τη διατήρηση επιχειρηματικών συναλλαγών ή για την αποκόμιση αθέμιτου πλεονεκτήματος. Η δωροδοκία μπορεί να γίνει υπό τη μορφή χρηματικού μέσου, όπως μετρητών, ή μπορεί να περιλαμβάνει είδος με κάποια αξία (π.χ. ταξίδι, υπηρεσίες, εκπτώσεις, δώρα κλπ).



ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΈΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΊΕΣ:

Κάθε αποκλειστική πληροφορία (πληροφορία που δημιουργήθηκε από ή για τη CSL), της οποίας η ανεξουσιοδότητη δημοσιοποίηση θα μπορούσε να βλάψει τα συμφέροντα της CSL.



ΕΜΠΟΡΙΚΆ ΜΥΣΤΙΚΆ:

Κάθε τύπος, πρότυπο, συσκευή ή συλλογή πληροφοριών που χρησιμοποιείται στις επιχειρήσεις της CSL και παρέχει στη CSL τη δυνατότητα να αποκτήσει πλεονέκτημα έναντι των ατόμων που δεν τις γνωρίζουν ή χρησιμοποιούν.



ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΊΕΣ ΤΟΥ ΤΟΜΈΑ ΥΓΕΊΑΣ:

Άτομα που είναι εξουσιοδοτημένα να συνταγογραφούν, να αγοράζουν, να προμηθεύουν, να χορηγούν ή να διανέμουν φάρμακα ή ιατρικές συσκευές στο πλαίσιο των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων.



ΚΑΤΑΓΓΈΛΛΩΝ (WHISTLEBLOWER):

Ο καταγγέλλων (whistleblower) είναι υπάλληλος, πρώην υπάλληλος ή μέλος οιασδήποτε συσχετιζόμενης εταιρείας, ο οποίος αναφέρει παραβάσεις σε άτομα ή νομικά πρόσωπα που έχουν την εξουσία και την προθυμία να προβούν σε διορθωτικές κινήσεις εντός της CSL.



ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΌΣ ΑΞΙΩΜΑΤΟΎΧΟΣ:

Αξιωματούχος, εκπρόσωπος ή υπάλληλος οιουδήποτε κυβερνητικού τμήματος ή φορέα, ή οποιαδήποτε εμπορική οντότητα στην οποία κάποιος κυβερνητικός φορέας έχει συμφέροντα ιδιοκτησίας ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο ασκεί έλεγχο. Ο όρος επίσης περιλαμβάνει πολιτικά κόμματα και υποψήφιους για πολιτικά αξιώματα.



ΟΙΚΕΙΟΘΕΛΉΣ ΑΠΑΣΧΌΛΗΣΗ:

Σχέση εργασίας που μπορεί να τερματιστεί με τη βούληση είτε του υπαλλήλου είτε του εργοδότη, οποτεδήποτε, με ή χωρίς αιτιολογία.



ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΆ ΕΥΑΊΣΘΗΤΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΊΕΣ:

Πληροφορίες οι οποίες κάθε λογικός άνθρωπος θα περίμενε να έχουν ουσιώδη επίδραση επί της τιμής ή αξίας των μετοχών της CSL. Αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν στρατηγικές πληροφορίες όπως οικονομικές προβλέψεις και προτεινόμενες συγχωνεύσεις και εξαγορές.



ΠΛΗΡΩΜΉ ΔΙΕΥΚΌΛΥΝΣΗΣ:

Μία μικρή πληρωμή που καταβάλλεται σε έναν κρατικό αξιωματούχο για να εξασφαλίσει ή επισπεύσει την εκτέλεση μιας τυπικής ή απαραίτητης ενέργειας (π.χ. την έκδοση μιας άδειας).



ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΉ ΙΔΙΟΚΤΗΣΊΑ:

Κάθε πνευματικό ή διανοητικό δημιούργημα που έχει πιθανή εμπορική αξία και μπορεί να δικαιούται προστασία βάσει της νομοθεσίας περί πνευματικών δικαιωμάτων, ευρεσιτεχνιών, εμπορικών σημάτων, σχεδίων κ.λπ.



ΠΟΛΙΤΙΚΉ ΊΣΩΝ ΕΥΚΑΙΡΙΏΝ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΊΑ:

To δικαίωμα για πλήρη και ίση αντιμετώπιση των ατόμων με βάση τα προσόντα τους ή άλλα συναφή και σοβαρά κριτήρια, ανεξάρτητα από τη φυλή, το χρώμα, το φύλο, τη θρησκεία, τις προσωπικές σχέσεις, την εθνική καταγωγή, την ηλικία, την αναπηρία, την οικογενειακή κατάσταση, τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή τις οικογενειακές ευθύνες.



ΣΎΓΚΡΟΥΣΗ ΣΥΜΦΕΡΌΝΤΩΝ:

Η περίπτωση διοικητικού στελέχους, υπαλλήλου ή άλλου ατόμου με παρεμφερείς ιδιότητες που ενδέχεται να ωφεληθεί από τις επίσημες ενέργειες ή την επιρροή του.



ΣΥΝΑΊΝΕΣΗ ΚΑΤΌΠΙΝ ΕΝΗΜΈΡΩΣΗΣ:

Προϋπόθεση εκ του νόμου κατά την οποία κάποιο άτομο μπορεί να λεχθεί ότι έχει παράσχει τη συναίνεσή του για μια πράξη, βασιζόμενο στην εκτίμηση και κατανόηση όλων των γνωστών δεδομένων και συνεπειών της πράξης. Κατά τον χρόνο παροχής της συναίνεσης, το άτομο πρέπει να γνωρίζει τα σχετικά γεγονότα και να είναι πνευματικά υγιές.



ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΉ ΕΛΕΥΘΕΡΊΑ:

Πρόκειται για δικαίωμα αναγνωρισμένο με βάση τα διεθνή πρότυπα εργασίας ως το δικαίωμα των εργαζομένων να συνδικαλίζονται και να εκπροσωπούνται.



ΣΥΝΕΡΓΆΤΕΣ:

Οργανισμοί και ιδρύματα, και οι εκπρόσωποί τους, με τους οποίους συνεργάζεται η CSL σε επιστημονικά και άλλα εγχειρήματα.



ΤΡΊΤΑ ΜΈΡΗ:

Οποιοσδήποτε εργολήπτης, προμηθευτής, διανομέας ή οποιεσδήποτε άλλες εταιρείες ή άτομα που σχετίζονται συμβατικά με την CSL στην ανάπτυξη, προμήθεια, κατασκευή ή παράδοση των προϊόντων της CSL.



ΦΑΡΜΑΚΟΕΠΑΓΡΎΠΝΗΣΗ:

Η επιστήμη και οι δραστηριότητες που έχουν σχέση με την ανίχνευση, παρακολούθηση, εκτίμηση, κατανόηση, και πρόληψη ή αποτροπή ανεπιθύμητων συμβάντων ή οιωνδήποτε άλλων προβλημάτων σχετικών με φάρμακα.



ΨΥΧΑΓΩΓΊΑ / ΦΙΛΟΞΕΝΊΑ:

Περιλαμβάνει φιλοξενία (π.χ. γεύματα), δεξιώσεις, εισιτήρια για ψυχαγωγία, κοινωνικές ή αθλητικές εκδηλώσεις, συμμετοχή σε αθλητικές εκδηλώσεις, παροχή καταλύματος και ταξίδια.